Στον κάδο των απορριμάτων

«Κάτι εξέχει από τον πράσινο κάδο των απορριμάτων», σκέφτηκε και σταμάτησε την πορεία που έκανε κάθε βράδυ από τον συγκεκριμένο δρόμο. Ακούστηκε το απότομο φρενάρισμα από το ποδήλατο κι έπειτα φάνηκε η σκιά ενός σώματος με κίτρινα αθλητικά παπούτσια που φωσφόριζαν, η θερμοκρασία ήταν κάπου στους πέντε βαθμούς, Δεκέμβριος μήνας και το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλά σου, ο δρόμος ήταν υγρός, τα φωσφοριζέ παπούτσια προχωρούσαν τώρα στο πεζοδρόμιο και το ποδήλατο ήταν ακουμπισμένο έξω από το μπάρ σ΄εκείνο το στενό της πόλης, ένας ήχος σαξόφωνου και μια μπάσα γυναικεία φωνή ακουγόταν, “Speaklow, darling, speaklow, loveisaspark, lostinthedarktoosoon, toosoon” και εκείνη τη στιγμή περνούσε έξω από το μπαρ ένα νεαρό ζευγάρι,  έμοιαζαν γύρω στα εικοσιπέντε, φορούσαν σκούφο και είχαν σακίδια στις πλάτες τους κρατώντας χέρια, ή μάλλον το μικρό δακτυλάκι ο ένας του άλλου, μιλούσαν και γελούσαν δυνατά, δεν φαινόταν να τους ένοιαζε καθόλου το κρύο, περπατούσαν ανέμελα και δεν πρόσεξαν αυτό που εξείχε από τον πράσινο κάδο των απορριμάτων παρά μόνο έστριψαν στη επόμενη γωνιά, χάθηκαν στο σκοτάδι, και ο ποδηλάτης περπατούσε με τα φωσφοριζέ κίτρινα παπούτσια προς τον κάδο, κοντοστάθηκε για λίγο, αφού παραπάτησε σε μια λακούβα που δεν πρόσεξε στον δρόμο, έστρεψε το κεφάλι προς τα πάνω κοιτάζοντας  αριστερά στο μπαλκόνι του τρίτου ορόφου, δύο μικρά παιδιά στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο, λαμπάκια κόκκινα, κίτρινα, μπλε φώτιζαν το δωματιο, οι δύο  γίνανε τέσσερις και μια γυναικεία φιγούρα- η μαμά μάλλον- κρατούσε φλυντζάνια στα χέρια που άχνιζαν, και ο ποδηλάτης έκλεισε για λίγο τα μάτια, του μύριζε κανέλα και γαρύφαλλο, αλλά εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα άγριο νιαούρισμα και μια ανοιχτόχρωμη γάτα πετάχτηκε από τον κάδο των απορριμάτων, ίσως έψαχνε να φάει, μα κάτι την έκανε να τρέξει στο απέναντι πεζοδρόμιο αλαφιασμένη και τότε μια ανθρώπινη σκιά φάνηκε δίπλα στον κάδο, φορούσε καμπαρτίνα με τη ζώνη σφιχτά δεμένη και αν ήταν μέρα θα έβλεπε κάποιος πιο ξεκάθαρα αν ήταν γυναίκα ή άντρας, αλλά ήταν περασμένες έντεκα το βράδυ και είχε ομίχλη, κι ο ποδηλάτης σταμάτησε να περπατά, γιατί μια μπλε μάσταγκ πέρασε με ταχύτητα ξυστά από δίπλα του και πάτησε απότομα φρένο εκεί στον πράσινο κάδο, και η σκιά με την καμπαρτίνα άνοιξε στα γρήγορα την πόρτα της μάσταγκ κι έπειτα χάθηκαν στο σκοτάδι, η ομίχλη έγινε ένα με τον καπνό του αυτοκινήτου και η γάτα έγλειφε τα μουστάκια της στο απέναντι πεζοδρόμιο περιμένοντας να συνεχίσει αυτό που έψαχνε στα σκουπίδια, ενώ ο ποδηλάτης πλησίασε τον κάδο των αποριμμάτων, ήταν ακριβώς εκεί που εξείχε αυτό το κάτι και τότε μια κραυγή βγήκε από το στόμα του, έμοιαζε κάτι να τον είχε παγώσει, έβγαλε τα ακουστικά από τ΄αυτιά του, έκανε δύο βήματα προς τα πίσω με τα φωσφοριζέ κίτρινά του παπούτσια κι άρχισε να φωνάζει «θέε μου, θέε μου» μα κανείς δεν τον άκουγε, ήταν μόνος στη μέση του δρόμου. Τότε ακούστηκε ένα τακούνι να πέφτει από αυτό που εξείχε από τον πράσινο κάδο των απορριμάτων και η γάτα έτρεξε προς τα ΄κει έτοιμη να συνεχίσει το δείπνο της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s