Στο Μπίρκεναου*

Ήταν Απρίλιος, μα έξω χιόνιζε και μέσα το κρύο μας τρυπούσε τα κόκκαλα.

  • Άνοιξε αυτό το ρημάδι που κουβαλάς και παίξε μας κάτι, μου φώναξε ο αριθμός 121099.
  • Όχι τώρα. Δεν μπορώ, του απάντησα με το κεφάλι σκυμμένο στο πάτωμα. Τα δάχτυλά μου είχαν κοκκαλώσει από το κρύο εκεί μέσα.
  • Μην κάνεις τον δύσκολο μωρέ. Όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι, σήμερα εδώ, αύριο δεν ξέρουμε που σκατά θα μας πάνε. Παίξε κάτι, σου λέω, να χαρεί λίγο η ψυχή μας, επέμενε αυτός.
  • Ας τον άνθρωπο ήσυχο ρε. Δεν βλέπεις; Δεν μπορεί, δεν θέλει. Πες εσύ κανένα τραγούδι, αν θυμάσαι. Γιατί εγώ, δεν θυμάμαι τίποτα πια, του είπε ένας που καθόταν δίπλα του. Δεν ήξερα ποιο νούμερο ήταν εκείνος.

Είχαν περάσει δύο βδομάδες από τότε που μας φέρανε εδώ από το γκέτο του σιδηροδρομικού σταθμού της Θεσσαλονίκης. Μας είπαν, πως στο Μπίρκεναου δεν θα μείνουμε πολύ καιρό. Ακούγεται, πως εμάς τους μουσικούς θα μας πάνε στην Τσεχία σε μια «πόλη των Εβραίων». Την γυναίκα μου και τους γονείς μου, δεν τους έχω ξαναδεί από κείνη την μέρα που μας χώρισαν στα βαγόνια. Το μόνο που θυμάμαι είναι τα δάκρυα στα μάτια της όταν της είπα: «Μην ανησυχείς, Νόρα μου. Δεν θα σε πειράξουν. Έσενα σίγουρα όχι. Καταλαβαίνεις πως δεν θα αγγίξουν μια έγκυο γυναίκα. Να προσέχεις μάτια μου, κι εσένα και το παιδί μας. Θα σε βρω- να είσαι σίγουρη γι΄αυτό- πως θα σε βρω μόλις φτάσουμε στην Πολωνία». Μας έσπρωχναν ν΄ανεβούμε στο τρένο, και κρατούσα πολύ σφικτά το βιολί κάτω από την μασχάλη για να μην μου το πάρουνε κι αυτό.  Θα ήμασταν καμιά ογδονταριά άνθρωποι σ΄εκείνο το τρένο, άντρες μόνο.

  • Έλα εδώ. Εσύ, το 121097. Ναι, εσένα με το βιολί λέω, μου φώναξε ένας Πολωνός αξιωματικός πριν λίγες μέρες, όταν μπήκε πρωί-πρωί στο δωμάτιο μαζί με άλλους δικούς του.
  • Ξέρεις να παίζεις καλά, ή απλά το ‘χεις σαν το αρκουδάκι που κουβαλάει παντού ένα μυξάριακο μαζί του; ρώτησε ειρωνικά ο αξιωματικός και όλοι γέλασαν βροντερά.
  • Ναι ξέρω, απάντησα κοφτά.
  • Παίξε μας κάτι λοιπόν, να δούμε πως ακούγεσαι, συνέχισε ο αξιωματικός και οι δικοί του με σταυρωμένα τα χέρια προς τα πίσω, περίμεναν με καρφωμένα τα μάτια πάνω μου ν΄ αρχίσω το κομμάτι.

Άνοιξα τη μαύρη θήκη, πήρα το βιολί μου και με προσοχή το έβαλα κάτω από το πηγούνι. Ξεκίνησα να παίζω το κονσέρτο σε λα μείζονα του Μότσαρτ. Έπαιζα και σκεφτόμουν την Νόρα και το αγέννητο παιδί μας. Θα είχαν περάσει μόνο πεντέξι λεπτά και ο Πολωνός αξιωματικός με σταμάτησε:

  • Εξαιρετικά! Θα έρθεις αμέσως μαζί μου για ακρόαση στον μαέστρο της ορχήστρας του στρατοπέδου, είπε πλησιάζοντάς με κι έπειτα ρούφηξε τη μύτη του.

Μετά την ακρόαση βρέθηκα να είμαι το πρώτο βιολί της ορχήστρας. Κάθε μέρα, από τις εφτά το πρωί παίζουμε ασταμάτητα για τρεις ώρες και άλλες τόσες το βράδυ, όταν οι κρατούμενοι επιστρέφουν από τη δουλειά. Το ρεπερτόριο είναι μόνο στρατιωτικά τραγούδια και εμβατήρια. Και τις Κυριακές ψυχαγωγούμε τους στρατιωτικούς των SS. Υπάρχουν μέρες που το πρόγραμμα είναι βαρύ για την ορχήστρα. Τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν ξέρω που βρίσκεται η γυναίκα μου. Θέλω να την ψάξω, να ρωτήσω, αλλά ποιον;

  • Σε λίγες μέρες θα μεταφερθείς μαζί με άλλους έξι μουσικούς της ορχήστρας στη Τσεχία, στην πόλη Τερεζίενσταντ. Εκεί είναι μόνο καλλιτέχνες, κι εσύ είσαι από τους καλούς εδώ, αυτά μου ψιθύρισε ο μαέστρος το μεσημέρι όταν τέλειωσε η πρώτη μας βάρδια.
  • Τι συμβαίνει, 121097; Αυτά είναι εξαίσια νέα. Στην Τσεχία η κατάσταση δεν είναι όπως εδώ στο Μπίρκεναου. Εγώ λυπάμαι που φεύγεις, είσαι ένας ξεχωριστός μουσικός, ένας δεξιοτέχνης στο βιολί, με κοίταξε με απορία όταν δεν έδειξα τον παραμικρό ενθουσιασμό στα νέα του.
  • Ξέρετε… του είπα δειλά. Ξέρετε, δεν θέλω να φύγω. Εδώ βρίσκεται η γυναίκα μου και οι γονείς μου. Πρέπει να μείνω εδώ. Η  Νόρα είναι εφτά μηνών έγκυος. Και έχω να την δω από τότε που μας χώρισαν στα βαγόνια στη Θεσσαλονίκη. Δεν ξέρω αν είναι καλά.

Τότε είδα το πρόσωπό του να σκοτεινιάζει. Φύλαξε την μπακέτα του βιαστικά, έβαλε το χακί παλτό του και λίγο πριν φύγει στράφηκε προς το μέρος μου:

  • Έχουν περάσει πολλές βδομάδες από τότε που ήρθατε εδώ. Μην είσαι τόσο σίγουρος πως οι δικοί σου ζουν. Τα παιδιά και οι γυναικές- ιδίως οι έγκυες- δεν είναι ευπρόσδεκτες εδώ. Αυτό πρέπει να το ξέρεις, είπε κοφτά και έφυγε.

Εκείνη τη στιγμή κοκκάλωσα. Ένιωσα τα πόδια μου να βουλιάζουν στη γη, που έμοιαζε ν΄ ανοίγει για να με καταπιεί. Στο αριστερό μου χέρι κρατούσα ακόμη το βιολί. Τα δάχτυλά μου είχαν σφηνωθεί στις χορδές. Άφησα το βιολί να πέσει στο πάτωμα κι έτρεξα να βρω την Νόρα.

*Βασισμένο στην πραγματική ιστορία του Ιάκωβου Στρούμσα, Έλληνα Εβραίου από τη Θεσσαλονίκη, που επέζησε από το Άουσβιτς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s