O κουρέας

Ήταν Σάββατο απόγευμα, φύσαγε ένας κρύος αέρας που περόνιαζε τα κόκκαλα, όταν άνοιξα την πόρτα του κουρείου. «Κυρ-Μήτσο, έχεις χρόνο να με κουρέψεις ή κλείνεις σε λίγο; Ξέρεις εσύ, δεν θέλω πολλά-πολλά». Στεκόταν όρθιος και με κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη απέναντι απ΄ την καρέκλα που κούρευε. Χωρίς να πει κουβέντα μου έδειξε να κάτσω.

Ο κυρ- Μήτσος καταγόταν από την Εύβοια. Μου μιλούσε συχνά για το χωριό του εκεί και πως άφησε το σπίτι του το ’80  και ήρθε στην Αθήνα για ν΄αναζητήσει μια ευκαιρία, μια καλύτερη ζωή. Μου έδειχνε κιόλας τις κιτρινιασμένες φωτογραφίες στον τοίχο, και κείνη την παραλία με μια σπηλιά, «Θανάση, στην παραλία Αμανάκι θέλω να γεράσω. Σωστός παράδεισος, παιδί μου». Κάθε φόρα που πήγαινα για κούρεμα, μου΄δείχνε τις φωτογραφίες και άκουγα τις ιστορίες του. Πού και πού άφηνε το ψαλίδι στην άκρη για ν΄αναψει τσιγάρο ή να πιεί μια γουλιά απ΄ τον ελληνικό που ήταν στο φλυντζάνι απ΄το πρωί.

«Θανάση, το πήρα απόφαση: θα το κλείσω το μαγαζί. Μεγάλος δεν είμαι, πόσο με κάνεις βρε παιδί μου, τα εξήντα πέρυσι τα΄κλεισα. Ο γιος μου- συνομίληκοι πρέπει να είστε- έφυγε για Γερμανία. Ας όψεται αυτή η καταραμένη κρίση. Τόσα πτυχία και τόσες γλώσσες τι να τα κάνεις, βρε Θανάση. Και η μικρή θέλει κι αυτή να πάει να τον βρει, γιατί λέει εδώ δεν βρίσκει δουλειά, άνεργη κι αυτή μετά τις σπουδές της. Δεν τους έλειψε τίποτα. Από το πρωί ως νύχτα, έξι μέρες τη βδομάδα στο μεροκάμματο, να μην τους λείψει τίποτα. Θα το πουλήσω το μαγάζι Θανάση, και θα γυρίσω στο χωριό. Θα μοιράσω στα παιδιά τα χρήματα, ίσα θα τους τα δώσω, γιατί δεν ξεχωρίζω κανένα απ΄τα δύο Θανάση,  και θα κρατήσω λίγα για μένα, τόσα όσα για να περνάω. Ξέρεις, πως την γυναίκα μου την έχασα πριν δύο χρόνια, το πάλεψε η κακομοίρα, μα η αρρώστια την έφαγε. Λογάριαζα να την πάρω και να φύγουμε από αυτή την ζούγκλα εδώ και να γυρίσουμε στην Εύβοια τώρα που τα παιδιά μεγάλωσαν. Άλλα σχέδια είχε όμως ο από πάνω. Μόνο τα παιδιά μου έχω τώρα πια, κι αυτά γαμώ την κρίση και αυτούς που μας κυβερνούν, τα πήρε η ξενιτιά».

       Όση ώρα μου μιλούσε και με κούρευε, έβλεπα ασυναίσθητα μια τις τρίχες που έπεφταν χάμω και μια τις φωτογραφίες στον τοίχο του κουρείου. Κάποια στιγμή κόλλησε το βλέμμα μου σ΄εκείνην με την παραλία δίπλα στην σπηλιά. «Όταν πας να ζήσεις στην Εύβοια, θα ρθω να σε βρω κυρ-Μήτσο να με πας σε τούτη την καταπράσινη παραλία», του είπα για ν΄αλλάξουμε κουβέντα. «Έτοιμος Θανασάκη», μου είπε μόλις μου καθάρισε και τις φαβορίτες. Έσβησε το μισοτελειωμένο τσιγάρο του στο τασάκι, έπλυνε τα χέρια του και πήρε τα λεφτά που του έδωσα. Με συνόδευσε στην πόρτα και ανοίγοντάς την μου είπε: «Θα σε περιμένω στο χωριό Θανάση και είμαι σίγουρος πως θα λατρέψεις το Αμανάκι». Μου χαμογέλασε, έκλεισε την πόρτα και γύρισε την ταπελίτσα απ΄ την ανάποδη. «Κλειστόν».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s