Η διαδρομή συνεχίζεται

Αποφάσισα να πάρω το τρένο και να ξαναγυρίσω κοντά της. Πράγματα πολλά δεν είχα, όλα χωρούσαν σε μια σακ βουαγιάζ που κρατούσα πάνω στα πόδια μου. Απέναντί  μου καθόταν μια ηλικιωμένη κυρία με βλοσυρό ύφος. Κοιτούσε έξω απ΄ το παράθυρο, αδιαφορώντας για την αμαξοστοιχία που δεν έλεγε να ξεκινήσει. Μάλλον κάποιο πρόβλημα  προέκυψε, αφού οι θύρες ανοιγόκλειναν κάθε δύο λεπτά κι έπειτα παρέμειναν ανοικτές, άγνωστο για πόση ώρα ακόμη. Κάποιος κύριος πιο πίσω άρχισε μεγαλόφωνα να λέει, πως αυτός γνώριζε από έγκυρη πηγή, πως τα βαγόνια ήταν πεπαλαιωμένα και κανείς δεν νοιάστηκε για τις απαιτούμενες εργασίες συντήρησής τους. Αυτό προκάλεσε ανησυχία στους επιβαίνοντες και κάποιοι αποφάσισαν να αποβιβαστούν, άλλοι παρέμειναν με μια αγωνία στα πρόσωπά τους στο τι θα γίνει, και μερικοί ήταν αναποφάσιστοι, αν θα μείνουν ή να θα φύγουν. Σε όλη τη διάρκεια αυτής της αναμονής  εκκίνησης της αμαξοστοιχίας κάποια μικρά παιδιά έβγαιναν έξω τρέχοντας και έμπαιναν γελώντας μετατρέποντας όλο αυτό σ΄ένα παιχνίδι ταχύτητας. Αυτό ακριβώς μου προκάλεσε μια αμηχανία: αν οι πόρτες έκλειναν και ο συρμός ξεκινούσε, αν κάποιο παιδί βρισκόταν με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω, ποιος θα ενδιαφερόταν μετέπειτα γι΄αυτές τις απώλειες ή κανείς δεν θα έπαιρνε χαμπάρι; Ή θα συνεχίζαμε τη διαδρομή διαπιστώνοντας πως η ζωή προχωράει και με κομμένα τα άκρα;

Ήξερα τι με περίμενε: συγγνώμες, και πόσο λυπάται και ήταν στιγμές αδυναμίας, αλλά όχι μια, πολλές στιγμές, και πως τα ταξίδια μου σε συνδυασμό με την μοναξιά της οδήγησαν εκεί που οδήγησαν, και ότι όσο εγώ έκανα δουλειές με το στόμα, εκείνη έκανε δουλειές με το σώμα και δεν έχει πια τίποτα σημασία, παρά οι επιστροφές μας σ’ εκείνα που τόσα χρόνια μας κράτησαν μαζί και πως τώρα ας ξεκινήσουμε tabula rasa, σαμπώς και μπορείς με μια γομολάστιχα να σβήνεις τα πάντα και ν΄αγνοείς τα σημάδια που δεν μπορούν να σβηστούν και γράφεις ξανά μια καινούργια ιστορία, η οποία μπορεί να είναι καλύτερη από την προηγούμενη ή και  πάλι όχι. Ήξερα να γλείφω καλά τις πληγές μου όπως ένα σκυλί γλείφει το κόκαλο για να βρει λίγο λίπος. Ήξερα καλά πως είμαι κακός μοντέρ της μνήμης μου και ότι θα ελπίσω σε συγκυρίες και θα επενδύσω στην τύχη. Ήξερα όμως, πως θα έστρεφα το βλέμμα πίσω κοιτώντας όλα όσα χάλασε ο χρόνος και πως θα ήθελα να της πω πως επιστρέφω για μια τελευταία φορά, αλλά κάποια πράγματα ακούμπησαν αλλού μέσα μου και τίποτα μα τίποτα δεν ειναι δεδομένο και σίγουρο. Όπως και η ζωή μου, η ζωή της, οι ζωές των άλλων δεν είναι δεδομένες.

Ξαφνικά ακούστηκε εκείνος ο εκκωφαντικός ήχος, όταν οι θύρες έκλεισαν για να ξεκινήσει η αμαξοστοιχία. Κοίταξα πίσω στο βάθος του βαγονιού και είδα πως οι περισσότεροι επιβάτες παρέμειναν μέσα. Αυτό μου δημιούργησε ένα προσωρινό αίσθημα ανακούφισης. Ίσως τελικά να μην αποβιβάστηκε κανείς όση ώρα περιμέναμε. Η ηλικιωμένη κυρία απέναντι με κοίταξε λέγοντας «κάποιες πόρτες ανοίγουν και κλείνουν μοιραία. Και μεις συνεχίζουμε τη διαδρομή».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s