Τώρα σιωπή

Μόλις ο γιατρός της το ανακοίνωσε χαϊδεψε την κοιλιά της. Δεν ήταν σίγουρη αν άκουσε σωστά ή αν άκουσε αυτό που ήθελε ν΄ακούσει. Ο άντρας της της έσφιξε το χέρι και την φίλησε τρυφερά στο κεφάλι. Πόσες προσπάθειες, οκτώ, εννιά, είχε χάσει πια τον λογαριασμό. Πόσα φάρμακα, πόσες βελόνες στο δέρμα της; Πόσοι μήνες αγωνίας, πόσες αίθουσες και λεπτά αναμονής; Και τώρα έμοιαζε να μην ακούει τον γιατρό. Έβλεπε τα χείλη του να κουνιούνται και το μυαλό της άρχισε να τρέχει μπροστά: αν όλα κυλούσαν καλά τον Απρίλιο θα ερχόταν εκείνο το μικρό πλάσμα. Ωραία εποχή η άνοιξη, όταν γλυκαίνει ο καιρός και προμηνύεται το καλοκαίρι.

Η Ελένη ήταν ήδη σαράντα χρονών και είχε πια πιστέψει πως δεν θα γινόταν ποτέ μάνα. Μετά από τόσες θεραπείες, λόγια αισιοδοξίας των γιατρών που δεν εμπόδισαν τις συνεχόμενες αποβολές της κι εκείνες οι κρυφές ελπίδες του Δημήτρη να γίνουν οπωσδήποτε γονείς, την πίεζαν τόσο, ώστε άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της:  πως ποτέ δεν εκτίμησε σωστά τη ζωή της όσο ήταν νέα και αφέθηκε σε ανούσιες σχέσεις που την γέμιζαν μοναξιά. Πως δεν αγάπησε αρκετά το σώμα της και το τυραννούσε με αφαγίες και αυστηρές δίαιτες, για ν΄αρέσει αρχικά στην μάνα της, που εκείνη πρώτη το απαρνήθηκε κι έπειτα στους ερωτικούς συντρόφους της, που κατά καιρούς την φόρτωναν με ανασφάλειες. Η Ελένη ένιωθε πως ποτέ δεν υπερασπίστηκε σωστά το σώμα και τη ζωή της.  Πως θα μπορούσε να το κάνει με μια άλλη ζωή;  Πως να κουβαλήσει την ίδια τη ζωή σ΄ενα κρύο σώμα; Είχε πια την πεποίθηση πως αυτή έφταιγε που η μήτρα της δεν κρατούσε κανένα έμβρυο.

Όσο οι μήνες περνούσαν και η κοιλιά της φούσκωνε  χωρίς να υπάρξει μια στάλα αίμα, τόσο φούσκωνε και η χαρά τους με τον Δημήτρη πως τώρα ίσως τα καταφέρουν. Είχε περάσει και ο τέταρτος μήνας χωρίς ανατροπές και οι γιατροί της συνέστησαν να μείνει περιορισμένη στο σπίτι, αφού το ιστορικό της ήταν βεβαρημένο. Η Ελένη ζωγράφισε στο τοίχο του δωματίου της μικρής ένα σπιτάκι μ΄ανθισμένα λουλούδια κι έναν τεράστιο ήλιο να χαμογελά πάνω απ΄τη στέγη του σπιτιού. Ο ήλιος είχε χρώμα ζεστό, χρώμα λάβας, ένα βαθύ πορτοκαλί με κόκκινες πινελιές, χρώματα που εκείνη από φόβο είχε απωθήσει στο υποσυνείδητό της.    Τώρα όμως επέστρεψε ξανά σ΄αυτά που τόσο αγαπούσε και είχε εγκαταλείψει χρόνια: τη ζωγραφική, τα τελάρα, τις μπογιές και τα πινέλα της. Ο Δημήτρης πρώτη φορά ίσως έβλεπε τη γυναίκα του στα δέκα χρόνια της κοινής τους ζωής τόσο χαρούμενη, τόσο δοτική σε όλα με όσα καταπιανόταν κι ακόμη σ΄εκείνον, που ξέχασε πως μοιάζει η τρυφερότητα κι αγάπη ανάμεσά τους. Πόσο θόρυβο προκαλούσε όλη αυτή η ευτυχία των τελευταίων μηνών στο σπίτι τους;

                                                                       ***

Όταν άνοιξε τα μάτια της στον θάλαμο της κλινικής ένιωσε έναν πόνο στην κοιλιά. Σαν κάποιος να την είχε κλωτσήσει.  Ήταν ένας αλλιώτικος πόνος από κείνον, με τον οποίο τόσα χρόνια είχε εξοικειωθεί. Ήταν ο πόνος ενός τοκετού, που αντί γι΄αγάπη έφερε μια ψυχρή πραγματικότητα: ένα παιδί που δεν πρόλαβε να ζήσει μέσα κι έξω από την μήτρα της μητέρας του.  Ή ίσως πρόλαβε κάποιους μήνες.  Πέντε ή έξι δεν είχε πια σημασία για κανέναν τώρα πια. Ο πόνος της Ελένης είχε χρώμα κόκκινο, όχι εκείνος που αφήνει περιθώριο γι΄αγάπη, ο άλλος της σιωπής. Ένιωσε το χέρι του Δημήτρη να την αγγίζει στα δάχτυλα του δικού της χεριού. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν το δικό του ήταν πιο κρύο από το δικό της.  Αν το δικό του ήταν πιο άνευρο από κείνης. Όταν βρήκε τη δύναμη άπλωσε το άλλο της χέρι και χτύπησε καθησυχαστικά το δικό του. Τώρα πια η Ελένη δεν είχε τίποτα να φοβάται. Τώρα ήξερε. Τώρα είχε καταβροχθίσει τη σιωπή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s